Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

Ο καπετάν Μιχάλης - Νίκος Καζαντζάκης

«Όταν άρχισα τώρα στα γεράματα να γράφω τον “Καπετάν Μιχάλη”, ο κρυφός μου σκοπός ήταν τούτος: Να σώσω, ντύνοντας το με λέξεις, το όραμα του κόσμου όπως τον δημιούργησαν τα παιδικά μου μάτια. Κι όταν λεω τ’ όραμα του κόσμου, θέλω να πω το όραμα της Κρήτης. Δεν ξέρω τι γίνουνταν, την εποχή εκείνη στα άλλα παιδιά της λευτερωμένης Ελλάδας, μα τα παιδιά της Κρήτης ανάπνεαν έναν αέρα τραγικό στα ηρωικά και μαρτυρικά χρόνια του Καπετάν Μιχάλη, όταν οι Τούρκοι πατούσαν ακόμα τα χώματα μας και συνάμα άρχιζαν ν’ ακούγονται να ζυγώνουν τα αιματωμένα φτερά της Ελευτερίας. Στην κρίσιμη αυτή μεταβατική στιγμή, τη γεμάτη πυρετό κι ελπίδες, τα παιδιά της Κρήτης γίνουνταν γρήγορα άντρες. Οι ανύπνωτες έγνοιες των μεγάλων γύρα τους για την πατρίδα, για τη λευτεριά, για το Θεό που προστατεύει τους χριστιανούς, για το Θεό που σηκώνει το σπαθί του να διώξει τους Τούρκους, κατασκέπαζαν τις συνηθισμένες χαρές και στεναχώριες του παιδιού.
Από πολύ νωρίς, ζώντας την έτοιμη κάθε στιγμή να ξεσπάσει σύγκρουση, είχαμε ψυχανεμιστεί πως στον κόσμο τούτον δυο μεγάλες δυνάμες παλεύουν: ο Χριστιανός κι ο Τούρκος, το Καλό και το Κακό, η Ελευτερία κι η Τυραννία και πως η ζωή δεν είναι παιχνίδι, είναι αγώνας. Κι ακόμα τούτο: πως θα έρθει μέρα που θα Πρέπει να μπούμε κι εμείς στον αγώνα. Το ‘χαμε πάρει απόφαση από πολύ μικροί πως ήταν γραφτό μας, αφού γεννηθήκαμε Κρητικοί, το Πρέπει αυτό να κυβερνάει τη ζωή μας».

Νίκος Καζαντζάκης (απόσπασμα απ’ τον πρόλογο του βιβλίου)

Η δράση της υπόθεσης του βιβλίου, που γράφτηκε στα 1949-50 στην γαλλική πόλη Αντίπ, τοποθετείται στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη και στην επανάσταση του 1889. Ο τόπος βράζει, τα πάθη ανάμεσα σε Τούρκους και Κρητικούς οξύνονται. Μεγάλη αναταραχή παντού. Έχουν προηγηθεί οι επαναστάσεις του 1854, του 1866, με το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου, και του 1878.
Το αίμα που έχει χυθεί γυρεύει κι άλλο αίμα. Κάποιοι υποστηρίζουν πως η Κρήτη θα ελευθερωθεί με τα γράμματα και το μυαλό κι άλλοι, ανάμεσά τους κι ο καπετάν Μιχάλης με την καρδιά, τη λεβεντιά και το ντουφέκι. Ο κεντρικός ήρωας, ο καπετάν Μιχάλης, ένας άγριος και ανυπότακτος πολεμιστής, έχει ορκιστεί να είναι μαυροντυμένος, αξύριστος και αγέλαστος μέχρι να ελευθερωθεί η Κρήτη. Όταν όμως συναντά την Εμινέ, τη γυναίκα του αδελφοποιητού του, του Νουρήμπεη, τον κυριεύει «ένας δαίμονας»· παρά τις προσπάθειές του δεν καταφέρνει να τη βγάλει από το μυαλό του…

Ο Νίκος Καζαντζάκης, με βάση αποσπάσματα του «Kαπετάν Mιχάλη», κατηγορήθηκε και καταράστηκε από την Εκκλησία ως ιερόσυλος, καθώς σύμφωνα με την Ιερά Σύνοδο «διασύρει και διαπομπεύει τους θεσμούς της Εκκλησίας και το τριαδικόν της θεότητος το οποίο καθυβρίζει».

Στη Νύχτα που Έρχεται - Μελισσάνθη

 

Περιμένοντας τους Bαρβάρους - Κώστας Καβάφης


-Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

- Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

-Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

- Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.

-Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

- Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

-Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.

Ο Νίτσε για όλους και για κανέναν

Προσεγγίζοντας τη ζωή και το έργο του ιδιοφυούς γερμανού φιλοσόφου
«Ολη η κριτική κυριαρχείται από τούτη την απαρχαιωμένη αρχή: ο άνθρωπος είναι αιτία του έργου του... Είναι πολύ περισσότερο αποτέλεσμα.»

Βαλερύ

Μια κατάρα βαραίνει τους βιογράφους του Νίτσε: είτε είναι αναγκασμένοι να επαναλαμβάνουν όσα ο ίδιος έχει πει στο αυτοβιογραφικό του έργο Ιδε ο Ανθρωπος (1899) - αλλά και στα άλλα έργα του, που αποτελούν μια ανομολόγητη μορφή αυτοβιογραφίας· είτε παλινδρομούν σε μορφές της ερμηνευτικής ή ψυχολογικής βιογραφίας τις οποίες ο Νίτσε ακύρωσε με τις υπερβολικές, πλην όμως σαφείς, διατυπώσεις του, όταν ανέλαβε να πει ιδιοχείρως «πώς γίνεται κανείς αυτό που είναι», δηλαδή: τυχαιότητα, μοναδική περίπτωση, μοίρα, δυναμίτης.

Ψυχοτεχνική

Ενας τελευταίος ελιγμός της ερμηνευτικής μεθόδου υπήρξε η «θεμελιακή οντολογία» του Χάιντεγκερ, μέσω της οποίας ο γερμανός φιλόσοφος επιχείρησε να απωθήσει τόσο την έννοια του «έργου» όσο και τον «Κύριο Νίτσε», για να διερωτηθεί για το «Είναι και τον κόσμο που θεμελιώνουν ένα έργο» και τη μοίρα του προσώπου που συνδέεται μ' αυτό. Αν και η χαϊντεγκεριανή χειρονομία υπήρξε άκρως προβληματική, αφού δεν κατάφερε να δείξει την αναγκαιότητα μιας νέας πολιτικής της αυτοβιογραφίας που θα τίναζε στον αέρα την ενότητα του «κυρίου ονόματος και της υπογραφής» (Ντεριντά), επισήμανε εντούτοις κάτι που απαντά πιθανώς στο φλέγον ερώτημα για την πληθωριστική συγγραφή βιογραφιών κατά την εποχή της κοσμοεικόνας. Σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, ο Νίτσε κατάφερε με την «αυτοσκηνοθεσία» του να γίνει «άθελά του» υποστηρικτής της μοντέρνας ψυχοτεχνικής του «φωτομοντάζ και του ρεπορτάζ», η οποία δημοσιοποιεί μέσω «εικόνας και ήχου» οτιδήποτε έχει να κάνει με τον βίο και την πολιτεία του μοντέρνου υποκειμένου.
Αυτή τη φορά η αυτοβιογραφία του Νίτσε δεν απορρίπτεται επειδή αρθρώνεται σαν παραλήρημα ενός σχιζοφρενούς, αλλά επειδή εγγράφεται σε ένα καινοφανές σύστημα ελέγχου, το οποίο ρυθμίζει τη συγκρότηση των υπηκόων του μέσω της συνεχούς (αυτο)έκθεσής τους στο φως της δημοσιότητας. Βιογραφίες, αυτοβιογραφίες ως και τα σημερινά τηλεοπτικά πορτρέτα ή ριάλιτι είναι παράγωγα ενός και του αυτού βιοπολιτικού συμπλέγματος. Γίνεται αντιληπτό - όχι όμως και από τον Χάιντεγκερ - ότι ο Νίτσε εκμεταλλεύεται στην αυτοβιογραφία του το ήδη υπάρχον σύστημα κανόνων για να το ωθήσει στα άκρα και έτσι να το ανατρέψει εκ των έσω, διαλύοντας την ταυτότητά του στην πολλαπλότητα των ονομάτων με τα οποία υπέγραφε τις τελευταίες επιστολές του.
H κανονιστική τεχνική συγγραφής βιογραφιών στη νεοτερικότητα διακρίνει τον άνθρωπο από το έργο του (το βίωμα από την ποίηση), για να αποδώσει το δεύτερο στον πρώτο, θέτοντας έτσι τη λειτουργία του συγγραφέα σε νομική ισχύ. Ως εκ τούτου, η κλασική ερμηνευτική - από τον Σλαϊερμάχερ ως τον Ντιλτάι - τρέφεται από την αυταπάτη ότι θα κατανοήσει το έργο και τη ζωή του δημιουργού καλύτερα από τον ίδιο, φέρνοντας στην επιφάνεια ό,τι είναι για αυτόν λανθάνον και, άρα, ασυνείδητο. Οποιος όμως διατυπώνει με σαφήνεια και χωρίς υπαινιγμούς ό,τι οι άλλοι με κόπο αποκαλύπτουν καταργεί ένα κατεστημένο είδος λόγου (τη βιογραφία ως την κατ' εξοχήν λογοτεχνική μορφή), χωρίς και να γίνεται απαραίτητα ιδρυτής ενός νέου. Απλώς παίρνει κατά λέξη τους κανόνες συγκρότησης της βιογραφίας και τους μεγεθύνει σε βαθμό παρανοϊκό. Ετσι, το Ιδε ο Ανθρωπος οργανώνεται ανάμεσα στους πόλους «ο άνθρωπος και το έργο», οι οποίοι αποτελούν από την εποχή του Σεν-Μπεβ τους ακρογωνιαίους λίθους της θεωρίας της λογοτεχνίας: «Αλλο είμαι εγώ, άλλο τα συγγράμματά μου» (Νίτσε). Εν τούτοις το παρανοϊκό ύφος («είμαι οι γονείς μου», «είμαι δυναμίτης», «σπάω την ιστορία σε δύο κομμάτια»), σύμφωνα με το οποίο έχει συνταχθεί η εν λόγω αυτοβιογραφία, συνιστά τον βαθμό μηδέν κάθε ερμηνευτικής. Καλούμενο να αντιμετωπίσει μιαν εντασιακή γλώσσα που δεν εκφράζεται μεταφορικά, το γλωσσικό παιχνίδι της «κατανόησης» δεν έχει να αποκαλύψει κανένα κρυμμένο νόημα ή απωθημένο στοιχείο. Επειτα η γλώσσα ενός «κοσμοκράτορα» δεν επιτρέπει σε όσους θα επιθυμούσαν να πάρουν τη θέση του συγγραφέα να ταυτιστούν μαζί του. Ακόμη και ένας μεγάλος αναγνώστης όπως ο Βάγκνερ, στον οποίο μάλιστα είναι αφιερωμένη η Γέννηση της τραγωδίας, «δεν αναγνώρισε τον εαυτό του στο δοκίμιο αυτό», ισχυρίζεται ο Νίτσε στην αυτοβιογραφία του. Πόσο μάλλον ο επονομαζόμενος «μέσος» αναγνώστης.
Ατομική καθολικότητα
Βέβαια επαγγελματίες βιογράφοι όπως ο αγγλοσάξονας Χέιμαν δεν πτοούνται και ίσως δεν γνωρίζουν τίποτε από τις αντι-ερμηνευτικές αποδομήσεις του βιογραφικού είδους. Ο Χέιμαν συνεχίζει ακάθεκτος την παράδοση που εγκαινιάστηκε από τους Σλαϊερμάχερ και Ντιλτάι, συνηγορώντας χωρίς αναστολές υπέρ μιας «βιογραφικής προσέγγισης της φιλοσοφίας», πιστεύοντας ότι έτσι συμβάλλει τα μέγιστα στην κατανόηση της «τραγικής ζωής» και του έργου «μιας μεγαλοφυΐας». Και τα καταφέρνει σε μεγάλο βαθμό, εφόσον η βιογραφία του ακολουθεί πιστά μερικές από τις ερμηνευτικές μεθόδους που έχουν στόχο να αναδείξουν την ατομική καθολικότητα ονόματι «άνθρωπος», στην οποία πολλοί αναγνωρίζουν ίσως την παραμορφωμένη δική τους εικόνα και οι πάντες τα βασικά στοιχεία της ανθρώπινης φύσης.
Ετσι όμως παραγνωρίζεται το γεγονός ότι τα κείμενα του Νίτσε δεν καλούν, μάλλον δεν επιτρέπουν στους αναγνώστες τους να «καταλάβουν» τη θέση του συγγραφέα, όπως άλλωστε δηλώνεται στον υπότιτλο του Ζαρατούστρα. Αν και ο Νίτσε μιλάει επίσης για «κατανόηση» των έργων του, οι συνέπειες είναι διαφορετικές: η γραφή του δεν αφορά ούτε τους πάντες ως προς την ανθρώπινή τους φύση ούτε τον καθένα ως ατομικότητα, αλλά «κανέναν», εφόσον αυτός είναι «άνθρωπος», «άτομο», «σύγχρονος», και «όλους», εφόσον έχουν ξυπνήσει από τον ανθρωπολογικό τους ύπνο. Ετσι μίλησε ο Ζαρατούστρα.
Αυτό φαίνεται να το υποψιάζεται ο βιογράφος του Νίτσε, Χέιμαν, αφού στρέφει συχνά το ενδιαφέρον του στο τυφλό σημείο κάθε ερμηνευτικής προσέγγισης: την τρέλα, που υποδηλώνει τόσο την απουσία έργου όσο και τη διάλυση κάθε ταυτότητας. Οταν όμως ο Χέιμαν διαβάζει στο Ιδε ο Ανθρωπος: «Εχω τον τρομερό φόβο μήπως μια μέρα με ανακηρύξουν άγιο: θα μαντέψετε γιατί δημοσιεύω αυτό το βιβλίο πριν· πρέπει να εμποδίσει τον κόσμο να κάνει βρωμοδουλειά με μένα», δεν κατανοεί ότι η «εξωφρενική αυτοεξύμνηση» και η ιατρική διάγνωση που αποδίδει σε έναν άνθρωπο τον χαρακτηρισμό του «μεγαλομανούς» δεν είναι παρά αποτελέσματα της - διογκωμένης πλέον - λειτουργίας «συγγραφέας». Από την άλλη ο Χέιμαν, εγκλεισμένος στον ερμηνευτικό ορίζοντα, αδυνατεί να σκεφτεί ότι η υπόθεση περί συφιλιδικής μόλυνσης, η οποία οδηγεί βαθμιαία σε παράλυση και καταρρακώνει το σώμα του αποτρελαμένου φιλοσόφου, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να μεταφράζει με όρους της μοντέρνας ιατρικής «βιοτεχνολογίας» (Φουκό) τον άλλοτε μυθικό λόγο περί μαινάδων που ξεσκίζουν το μαρτυρικό σώμα του Διονύσου.
Αυτές οι παρατηρήσεις έχουν απλώς στόχο την επισήμανση των ιστορικών προϋποθέσεων και των ερμηνευτικών ορίων της παρούσας βιογραφίας, η οποία καλύπτει, ως είθισται να λέγεται, ένα βιβλιογραφικό κενό. Επιπλέον προσφέρεται σε μια πολύ καλή μετάφραση και με εξαιρετική επιμέλεια των αναρίθμητων νιτσεϊκών χωρίων, που μεταφράστηκαν από τα γερμανικά. Αν μάλιστα τη διαβάσει κανείς παράλληλα με τις Τελευταίες επιστολές 1887-1889 του Νίτσε (Αγρα, 2003) και τη μελέτη του Χάιντεγκερ Ο λόγος του Νίτσε «Ο Θεός είναι νεκρός», που μεταφράστηκε πρόσφατα από τον Γ. Τζαβάρα (Ινδικτος, 2005), μπορεί να σχηματίσει τη δική του εικόνα για τη σχέση γραφής και τρέλας στην περίπτωση του Νίτσε.
 
Ο κ. Δ. Καββαθάς είναι επίκουρος καθηγητής Φιλοσοφίας και Αισθητικής των Μέσων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

Η ΠΟΙΗΣΗ - ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΚΡΑΝΙΩΤΗΣ


Σαν έρωτας
αστράφτει φως,
σαν πίστη
μας κρατάει,
σαν παντοκράτωρ
μας νικά,
σαν πίκρα
μας κεντάει,
η Ποίηση!


(από την ποιητική συλλογή "Νοητή Γραμμή", 2005)

Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Η κυρία Κούλα - Μένης Κουμανταρέας

Συνήθως η στάση της Ομόνοιας τους έβρισκε καθισμένους αντικρυστά, της γυναίκας τα γόνατα τοποθετημένα λοξά, μόλις να εξέχουν από τη φούστα τα πόδια του νεαρού ανοιχτά με φαρδιά μπατζάκια, όπως ήταν της μόδας. Εκείνη κρατούσε, πού και πού, κανένα δέμα αγορασμένο από την Ερμού, εκείνος μόνιμα το ντοσιεδάκι.
Τον πρώτο καιρό δεν έβγαζαν λέξη. Ούτε τα καθιερωμένα «συγγνώμην», όταν ο νεαρός σηκωνόταν για να κατέβει στη Νέα Ιωνία. Περιορίζονταν στο να ρίχνουν φευγαλέες ματιές˚ τα πόδια της γυναίκας, το πρόσωπο του νεαρού˚ τα μάτια της μιας, το στόμα του άλλου. Κοίταζαν όπως οι επισκέπτες τα ζώα μέσα απ' τα κάγκελα στους ζωολογικούς κήπους. Καθόλου όμως αδιάκριτα, ούτε με επιμονή. Μόνο κάτι σαν διάλειμμα ανάμεσα στις υπόγειες στοές. Δικαιολογούσες αυτές τις ματιές από την έλλειψη ενός φυσικού τοπίου. Μα και όταν ακόμα, από το σταθμό της Αττικής, το τραίνο έβγαινε στον ανοιχτό χώρο, οι δυο συνταξιδιώτες εξακολουθούσαν να κοιτάζονται. Έμεναν απορροφημένοι, χωρίς τη ντροπή πού χωρίζει τ' ανθρώπινα βλέμματα και χωρίς τις στερήσεις που επιβάλλει η καλή αγωγή. Ακουμπούσαν, είναι η αλήθεια, όχι τόσο στα μάτια — κάτι που κούραζε, όπως κουράζει η συνεχής θέα τ' ουρανού — όσο περιδιάβαζαν ο ένας στο δέρμα του άλλου, περνώντας από τους ανοικτούς πόρους, τα μπιμπίκια, τις ελιές, χίλια περιστατικά που πλούτιζαν και χαρακτήριζαν τα πρόσωπά τους. Κάπου-κάπου, η γυναίκα έμοιαζε να συνέρχεται από μια ύπνωση, χαμήλωνε τα μάτια κι έμενε να κοιτάζει τα χέρια της, που για μόνο στολίδι είχαν τη βέρα. Γρήγορα όμως άφηνε πάλι τον εαυτό της ελεύθερο. Πιο πολύ κι απ' τον ίδιο το νεαρό, έμοιαζε να κοιτάζει κάπου πίσω απ' αυτόν, χαμένη μες στην αχλή πού σχημάτιζε ή λάμψη των μαλλιών του. Έμοιαζαν και των δυονών τα βλέμματα να είναι μια αμοιβαία ξεκούραση, μια ανάπαυλα της μέρας που τελείωνε και της νύχτας που ερχόταν.
Με την ίδια φυσικότητα άρχισαν να μιλάν. Στην αρχή έλεγαν τα βασικά˚ «καλησπέρα», «καληνύχτα». Έπειτα άρχισαν να ξανοίγονται σε φρασούλες, όπως «ο καιρός κρύωσε» ή «σήμερα έχει πολύ κόσμο». Όταν η γυναίκα φαινόταν φορτωμένη, ο νέος προθυμοποιόταν να της κρατήσει κάποιο δέμα ή όταν τα χαρτιά από το ντοσιεδάκι του νεαρού ξεχείλιζαν, η κυρία τα έπαιρνε, τα ταχτοποιούσε, με χέρια που έμοιαζαν εξαιρετικά ανάλαφρα και στέρεα, επιστρέφοντάς του τα μ' ένα δειλό χαμόγελο σα να του έλεγε, «αύριο πάλι εδώ θα 'μαστε». Από την αρχή είχαν δώσει την εντύπωση μιας οικειότητας και μιας τεράστιας ακρίβειας σ' αυτό που έμοιαζε να 'ναι το ραντεβού τους. Τώρα πια χαμογελούσε ό ένας στον άλλον και συνεννοούνταν μ' ένα κούνημα του κεφαλιού. Το βλέμμα εκεινού κρεμασμένο επάνω της, ήταν σαν κάτι να περίμενε απ' αυτήν, το δικό της, γαλήνιο και κάπως θλιμμένο, έμοιαζε το βλέμμα μιας γυναίκας στερημένης γιό. Δίπλα τους, γύρω τους — άντρες, γυναίκες, στρίγκλικα παιδιά — ήταν σα να μην υπήρχαν. Όλοι μια μάζα, ένας πολτός. Συνέβαινε όπως όταν ταξιδεύεις μ' ένα φίλο στενό ή πρόσωπο αγαπημένο. Τότε η συνείδηση του κόσμου σβήνει γύρω σου, για να επιστρέψει βασανιστικότερη τη στιγμή που ξαναμένεις μόνος.
Έτσι συνέβαινε και μ' αυτούς τους δύο. Θαρρούσες πως η διαδρομή ήταν μια πρόφαση. Όσο το ταξίδι διαρκούσε — αυτά τα είκοσι λεπτά — έμεναν αφοσιωμένοι μεταξύ τους, μ' ένα γαλήνιο απαύγασμα στο πρόσωπο που δημιουργεί η συντροφικότητα κι η αρμονική επαφή με τον άλλον. Αντίθετα, μόλις ο νέος σηκωνόταν, αδέξια κάπως συμμαζεύοντας τσιγάρα και ντοσιέ, το πρόσωπο της γυναίκας έπαιρνε μια παγωμένη ουδετερότητα. Μα κι ο νεαρός, περιμένοντας ωσότου ανοίξει η πόρτα, είχε ένα ύφος αδιάφορο που ερχόταν σ' αντίθεση μ' εκείνο που ήταν λίγο πριν. Τις στιγμές εκείνες έμεναν πετρωμένοι κι ανέκφραστοι καθισμένη η γυναίκα, όρθιος ο νεαρός. Έπειτα, καθώς το τραίνο άφηνε τη Νέα Ιωνία, η διαδρομή συνεχίζονταν μονότονα ως την Κηφισιά, οπότε κατέβαινε κι εκείνη.

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

Τ' άσπρο χαρτί - Γιώργος Σεφέρης

Τ’ άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης
επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν.
 
Τ’ άσπρο χαρτί μιλά με τη φωνή σου,
τη δική σου φωνή
όχι εκείνη που σ’ αρέσει
μουσική σου είναι η ζωή
αυτή που σπατάλησες.
Μπορεί να την ξανακερδίσεις αν το θέλεις
αν καρφωθείς σε τούτο το αδιάφορο πράγμα
που σε ρίχνει πίσω
εκεί που ξεκίνησες.
 
Ταξίδεψες, είδες πολλά φεγγάρια πολλούς ήλιους
άγγιξες νεκρούς και ζωντανούς
ένιωσες τον πόνο του παλικαριού
και το βογγητό της γυναίκας
την πίκρα του άγουρου παιδιού –
ό,τι ένιωσες σωριάζεται ανυπόστατο
αν δεν εμπιστευτείς τούτο το κενό.
Ίσως να βρεις εκεί ό,τι νόμισες χαμένο
τη βλάστηση της νιότης, το δίκαιο καταποντισμό
της ηλικίας.
 
Ζωή σου είναι ό,τι έδωσες
τούτο το κενό είναι ό,τι έδωσες
το άσπρο χαρτί.
 
Θερινό Ηλιοστάσι