Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα - Κωνσταντίνος Θεοτόκης (απόσπασμα)

Ἤτανε νύχτα βαθειά. Τὸ χωριὸ ὅλο ἐκοιμότουν, καὶ μόνο μέσα στὸ σπίτι τοῦ Θωμᾶ ἀγρυπνοῦσαν ἀκόμα αὐτὴν τὴν ὥρα. Ἕνα μαῦρο λυχνάρι, κρεμασμένο ἀπὸ ἕνα καρφὶ σιμὰ στὸ κρεββάτι, ἔγλυφε μὲ τὴν κόκκινη φλόγα του τὸν παλιὸ γδαρμένον τοῖχο, τὸν ἐμαύριζε ἀδιάκοπα, κ' ἐπάσκιζε μὲ τὸ δειλό του φῶς νὰ νικήσει τὰ σκοτάδια τοῦ σπιτιοῦ. Στὴ γωνιὰ ἡ φωτιὰ εἶχε σβήσει, καὶ τὰ δύο χοντρὰ δαυλιὰ ἐκοιτόνταν ἀπάνου στὴ στάχτη σὰν ξεψυχισμένα. Κ' ἦταν μέσα στὸ σπίτι ὅλα κατάμαυρα. Μαύρη γυαλιστερὴ ἡ γωνιά, ὥς ἀπάνου στὴ στέγη, ἀπὸ τὴν ἀθάλη· μαῦροι οἱ παλιωμένοι τοῖχοι, πὤδειχναν τὲς πέτρες τους· μαῦρο τὸ πατημένο χῶμα τοῦ σπιτιοῦ· μαῦρα τὰ δοκάρια καὶ οἱ ἀραιὲς σανίδες τῆς στέγης ἀπὸ τοὺς καπνοὺς πολλῶν αἰώνων· μαῦρο τὸ κόνισμα πάνουθε ἀπὸ τὸ κρεββάτι. Καὶ τώρα ἐφαινότουν ὥς κι' ὁ ἀέρας μαῦρος, παρόμοιος σὲ ψιλὴ πυκνὴ ἀθάλη, σκορπισμένη σ' ὅλο τὸ σπίτι, κ' ἐθάμπωνε τοῦ λυχναριοῦ τὸ φῶς. Κι' αὐτὴ ἡ μαυρίλα ἐμύριζε βαρειὰ ἀπὸ καπνούς, ἀπὸ χυμένο κρασί, ἀπὸ πρόβατο καὶ τράγο, καὶ ἀπὸ μίαν ἄλλη ἀηδιαστικὴ ὀσμὴ ποῦ ἐρχότουν ἀπὸ τὸ κρεββάτι. Τὸ λυχνάρι τὸ φώτιζε. Ἦταν ψηλὸ κι' ἀκάθαρτο, πάνου σὲ δύο ξύλινα στρίποδα. Καὶ μέσαθε ἀπὸ τὸ παλιό, σκισμένο καὶ λιγδερὸ πάπλωμα, κι' ἀπὸ τὸ λερὸ χοντρὸ σεντόνι, ἔβγαινε ἕνα γέρικο, λιγνό, σουρωμένο πρόσωπο, τὸ πρόσωπο τῆς γυναίκας τοῦ Θωμᾶ, ποῦ ἐψυχομαχοῦσε. Ἀπὸ τὰ ψιλὰ ὠχρότατα χείλη της ἔβγαινε κάθε τόσο ἕνας βόγγος μουγγὸς κι' ἀδύνατος. Τὰ μάτια της ἦταν κλειστὰ μέσα στὲς βαθουλωμένες κι' ἄπλυτες κῶχες τους· ἡ μύτη της ἤτανε μακρυά, κίτρινη, διάφανη, ψιλὴ σὰ λεπίδι, κι' ἀνοιγοκλειοῦσε συχνὰ συχνὰ, κι' ὅλο τὸ αὐλακωμένο μικρὸ κι ἄσκημο πρόσωπό της ἐγυάλιζε ἀπὸ τὸν ἵδρο. Ξεχτένιστα τἄσπρα μαλλιά της ἔφευγαν μέσα ἀπὸ τὲς λερὲς μέριζες, τῆς σκέπαζαν ταὐτιά, κολλοῦσαν στὰ βαθουλωμένα μάγουλά της, στἄσαρκο μέτωπο, φυτίλια ἀπὸ δώ, φυτίλια ἀπὸ κεῖ, καὶ στὸ λαιμό της ἐφαινότουν κ' ἐξεχώριζε ξερός, σὰν ἀπὸ ξύλο, ὁ λάρυγγας, ποῦ κάθε τόσο ἀνεβοκατέβαινε. Καὶ τὰ χέρια της, μαῦρα, ζαρωμένα, κοκκαλιάρικα, παλιωμένα ἀπὸ τὴν ἐργασία κι' ἀπὸ τὴν ἀρρώστεια ἐψηλαφοῦσαν ἀδιάκοπα τὸ λιγδερὸ πάπλωμα, ἐσηκωνόνταν ἀνήσυχα ὥς στὸ κεφάλι της, σὰ γιὰ ν' ἀδράξουν κάτι, καὶ ξανάπεφταν σιμὰ στὸ κορμί της, ποῦ κάπου κάπου ἕνας τρόμος τὸ τίναζε ὁλόκληρο. Καὶ ἡ ἄρρωστη ὅλο ἐβογγοῦσε.
Ὁ ἄντρας της ἦρθε σιμὰ στὸ κρεββάτι, ἐστάθηκε ὀρθὸς καὶ τὴν ἐκοίταξε.
−Δὲν πιστεύω νὰ βγάλει τὴ νύχτα! εἶπε κουνῶντας τὸ κεφάλι.
Μία ἄλλη γριὰ γυναῖκα, ἡ ἀδερφὴ τοῦ Θωμᾶ, ποῦ καθότουν καμπουριασμένη σιμὰ στὴ σβημένη γωνιά, στὸ σκοτάδι, καὶ ποῦ ἀκκουμποῦσε τὸ κεφάλι της στὸν τοῖχο κ' ἔπαιρνε κάθε τόσο λίγον ὕπνο, τοῦ ἀποκρίθηκε νυσταγμένη:
−Ποιὸς ξέρει!
Ἡ ἑτοιμοθάνατη ἐτινάχτηκε στὸ κρεββάτι της, ἐβόγγησε βαθειὰ δύο τρεῖς φορές, καὶ φοβισμένη μισοάνοιξε τὸ ἕνα της μάτι, ἐκούνησε τὰ χείλη της, σὰ νἄθελε νὰ μιλήσει, κ' ἐπροσπάθησε τοῦ κάκου νὰ καταπιεῖ τὸ σάλιο της.
−Θὰ διψάει! ξανᾶπε ὁ Θωμᾶς.
Ἡ ἀδερφή του σηκώθηκε ἀπὸ τὴ θέση της, ἐχασμουρήθηκε, ἔτριψε τὰ μάτια της, κ' ἐσύρθηκε σκυφτὴ ὥς σ' ἕνα τραπέζι, ποῦ ἦταν σιμὰ στὰ πόδια τοῦ κρεββατιοῦ καὶ ποῦ στὸ σκοτάδι δὲν ἐφαινότουν.
−Νὰ τῆς δώσουμε, εἶπε μιλῶντας μὲ τὴ μύτη λίγο κορδιάλο;
−Κορδιάλο! ἐγέλασε ὁ Θωμᾶς· τὸ κορδιάλο μοναχὰ τῆς λείπει! Αὐτὴ εἶναι πεθαμένη κιόλας· δὲν τήνε βλέπεις; Νὰ τὴν ἀνάπευε, νὰ λές, ὁ Θεὸς γλήγορα γιὰ νὰ μὴν τυραννιέται· τί τὴ θέλει τὴ ζωὴ ἔτσι; γιατί νὰ τὴν κάμουμε νὰ ζήσει περσότερο; Βρέξε της μοναχὰ λίγο τὰ χείλη, γιὰ νὰ μὴ φρύγεται ἡ καρδιά της, καὶ φυλάξου μὴ σοῦ πνιγεῖ!
Ἡ ἄρρωστη ξανατρόμαξε, σὰ νἆχε καταλάβει, κι' ἀνοιγόκλεισε τὸ ἕνα της μάτι.
Ἡ ἄλλη γρηά ἔφερε ἕνα ποτήρι κ' ἕνα ξύλινο κουτάλι. Τὸ γέμισε νερὸ μέσαθε ἀπὸ τὸ ποτήρι καὶ τὄφερε στὰ χείλη τῆς ἑτοιμοθάνατης. Ἀνέβηκε ἔπειτα κ' ἐκάθισε στὸ κρεββάτι βαστῶντας τὸ ποτήρι στὸ ἕνα χέρι καὶ τὸ κουτάλι στἄλλο, καὶ γιὰ καμπόση ὥρα ἐκοίταζε σκεφτικὰ τὸ κίτρινο πρόσωπο τῆς ἄρρωστης ποῦ σὲ λίγο θ' ἄφινε τὸν κόσμο. Τέλος ἐκούνησε πικρὰ τὸ κεφάλι κ' εἶπε:
−Καημένη Ἀγγέλω! πᾶς κ' ἐσύ, πᾶς μὲ τσοὺ πολλούς! Ἤσουνε καλὴ γυναῖκα, κι' ἄς εἶχες τσὴ παραξενιές σου… Πᾶς ὥς τόσο διορθωμένη, ξεμολοημένη καὶ κοινωνημένη. Καὶ ὁ ἄντρας σου δὲ σοὔχει κατάβαρος, γιατὶ τὸν ἐτίμησες ὅμως! Κρῖμα ποῦ δὲν τοὔκαμες κι' αὐτουνοῦ τοῦ καικομοίρη ἕνα παιδὶ γιὰ τὰ γεράματά του! Ποιὸς θὰ τόνε γεροκομήσει; Ἔχει ἀνιψίδια, ναί, τὰ παιδιά μου, μὰ δὲν εἶναι τὸ ἴδιο· αὐτὸς ὥς τόσο σ' εὐχαρίστησε ἀπ' ὅλα καὶ καθ' ὅλα, καὶ στὴ ζωή καὶ στὸ θάνατο!
Ὁ τρόμος ἐτίναξε πάλι τὴν ἑτοιμοθάνατη σύγκορμη. Τὰ μάτια της ἐπλημμύρισαν δάκρυα, καὶ μὲ σβημένη πνοὴ τὰ χείλη της ἐψιθύρισαν:
−Πεθαί…
Κι' ἀκολούθησε ἕνας βόγγος βαθύς.
−Τώρα θὰ τῆς κοπεῖ ἡ καρδιά, εἶπε ἡ ἄλλη γριὰ μὲ χτυποκάρδι.
Κι' ἀνάμειναν τὰ δύο ἀδέρφια ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ τὸ τέλος. Παντοῦ ἡ σιωπὴ ἐβασίλευε. Μία σιωπὴ ποῦ τὴν ἄκουαν κ' οἱ δύο σὰ βουὴ μέσα στ' αὐτιά τους. Τὸ λυχνάρι ἐσπιθηροβόλησε· ἐχαμήλωσε τὸ φῶς του, ἐκάπνισε, ἀνάλαμψε πάλι, κ' ἡ κόκκινή του φλόγα ἐβάλθηκε νὰ χορεύει…
Μακρυὰ μακρυὰ ἀκούστηκε τὸ ἁλίχτισμα ἑνοῦ σκύλου. Μέσα στὸ καλύβι τοῦ Θωμᾶ ἤ στὸ στάβλο τοῦ Ἀργύρη κάποιο ζῶ ἀναταράχτηκε· στὴ στέγη τοῦ σπιτιοῦ κάποιο ποντίκι ἐπερπάτησε κάνοντας νὰ κυλήσει ἕνα ἀπάσβεστο κ' ὕστερα πάλι ἡ σιωπὴ ἐβασίλεψε, μία σιγαλιὰ ποῦ ἀκουότουν ἀδιάκοπα.
−Δὲν τέλειωσε ἀκόμα! εἶπε ἀνυπόμονα ὁ Θωμᾶς.
−Ἀκόμα! ἀποκρίθηκε ἡ ἀδερφή του· ὁ Θεὸς θέλει νὰ τὴν παιδέψει σὲ τούτην τὴ ζωὴ γιὰ νἄβρει ἀνοιχτὴ σὲ λίγο τὴν πόρτα τῆς παράδεισος!
Ἡ ἑτοιμοθάνατη ἐδάκρυσε πάλι.
−Μᾶς ἀκούει! εἶπε ὁ Θωμᾶς.
−Μᾶς ἀκούει! εἶπε ἡ ἀδερφή του ἀδιάφορα. Θέλει δὲ θέλει θὰ πεθάνει!
Τώρα ἡ ἑτοιμοθάνατη ἀνακινήθηκε ὅλη, τὰ χέρια της ἔπαιξαν, ἄνοιξε περίτρομα τὰ θολωμένα μάτια της, ἐκοίταξε τὸ Θωμᾶ καὶ τὴν ἀδερφή του, καί, σὰ νἆχε ξαναδυναμώσει ἄξαφνα, ἔρριξε πρῶτα δεξιὰ κι' ἀριστερὰ τὸ λυωμένο κεφάλι της, ἐπῆρε δύο τρεῖς φορὲς τὴν πνοή της, ἐκατάπιε, μὲ δυσκολία, κ' εἶπε:
−Δὲ μπορῶ! δὲ μπορῶ! φφ!… φφ!…
Κ' ἐπροσπάθησε τοῦ κάκου νὰ σηκωθεῖ καὶ νὰ καθήσει στὸ κρεββάτι.
−Μὰ δὲ μπορῶ! φφ!… φφ!… ξανᾶπε ἱδρώνοντας.
−Σὲ λίγο ἡσυχάζεις καὶ γιὰ πάντα! τῆς εἶπε σοβαρὰ ἡ ἄλλη γριὰ κουνῶντας τὸ κεφάλι· σὲ λίγο!…
−Καὶ τῆς ἔπιασε τὸ χέρι γιὰ νὰ μὴ χτυπιέται. −Στὸν ἄλλον κόσμο δὲν εἶναι οὔτε πόνοι, οὔτε λύπες, ἐκεῖ ποῦ θὰ πᾶς! Σὲ λίγο…
−Δὲ μπορῶ, μὰ δεν μπορῶ!… ξανᾶπε ἀδυνατισμένη ἡ ἑτοιμοθάνατη κι' ἁπλώθηκε σὰ λιγοθυμημένη στὸ κρεββάτι.
−Ἀπέθανε; ἐρώτησε ὁ ἄντρας της.
−Ὄχι, εἶπε ἡ ἀδερφή του.
Κι' ἀκολούησε πάλι νεκρικὴ σιωπή. Ἐπρόσεχαν κ' οἱ δύο πῶς ἔπαιρνε ἄταχτα τὴν πνοή της, κάθε μορφασμὸ πὤκαναν τὰ φρυμένα χείλη της, κάθε κίνημα τοῦ λαρυγγιοῦ της, κάθε μικρὸ ἀνοιγόκλεισμα τοῦ ματιοῦ της, προσμένοντας κ' οἱ δύο τὸ γλήγορο τέλος της. Καὶ γιὰ μία στιγμὴ ἡ σιγαλιὰ τῆς νύχτας ἐζωντάνεψε. Σὲ κάποια γειτονιὰ τοῦ χωριοῦ ἕνας πετεινὸς ἐλάλησε, μία, δύο, τρεῖς φορές, κ' ἐσώπασε. Καὶ τοῦ ἀποκρίθηκαν σὲ μία στιγμὴ ἀπὸ διάφορα μέρη δύο, ἔπειτα τρεῖς, ἔπειτα κι' ἄλλοι πολλοὶ πετεινοί, καὶ τὸ λάλημα ὅλο ἐσίμωνε ἀπὸ γειτονιὰ σὲ γειτονιά, σ' ὅλο τὸ χωριό, καὶ τώρα ἀκούστηκαν ξάστερα καὶ βροντερὰ τὰ λαλήματα τοῦ πετεινοῦ τῆς γειτονιᾶς τους, καὶ πλιὸ ξάστερα ἀκόμα ἐβγῆκαν μέσα ἀπὸ τὸ στάβλο τοῦ Ἀργύρη δυνατὰ καὶ χαρμόσυνα. Κ' ἔπειτα τῆς γειτονιᾶς τὰ ὀρνίθια ἐσίγασαν, κι' ἀκούστηκαν πάλι τὰ μακρινώτερα λαλήματα, ὥς ποῦ σὲ λίγο πάλι ἡ σιγαλιὰ ἁπλώθηκε κ' ἐβασίλεψε.
−Πρῶτο λάλημα ὀρνιθοῦ! εἶπε ἀσυλλόγιστα ὁ Θωμᾶς.
Ἡ ἑτοιμοθάνατη ἄνοιξε τὰ μάτια, κ' εἶδε τὸν ἄντρα της σιμά της. Τὸν ἐκοίταξε καμπόσες στιγμὲς κατάμματα, καὶ τοὖπε μὲ ἀδύνατη φωνή, βραχνά, βραχνά: −Μ' ἔβαλες ἀποκάτου ἀπὸ τὴ γῆς, Καραβέλα!
Ἐκεῖνος, ἀκούοντας αὐτὸ τὄνομα, ἐβγῆκε ἀμέσως ἀπὸ τὰ ὅριά του, ἐκοίταξε θυμωμένος τριγύρω του, ἄκουσε τὸ αἷμα νὰ τοῦ ἀνεβαίνει στὸ κεφάλι, ἐκατάπιε μὲ δυσκολία καί, μὴ μπορῶντας νὰ κρατηθῇ, ἐσήκωσε ψηλὰ τὸ γρόθο του, ἄνοιξε τὰ μάτια του, ἔκαμε δύο βήματα ὀπίσω, κ' εἶπε:
−Ὥς κ' ἐδώ! μὰ ὥς κ' ἐδώ ποῦ θὰ σκατοψοφήσεις, θὰ μὲ πειράξεις! Ἀνάθεμα τὴν ψυχὴ ποῦ θὰ δώκεις τοῦ Διαόλου!
−Ὄξω ἀποδῶ! ἐφώναξε τρομαγμένη ἡ ἀδερφή του· τόνε μελετᾶς ἐδώ, τέτοια ὥρα, ποῦ θὰ τὴς βγεῖ ἡ ψηχή! Ὁ ἀναθεματισμένος κάθεται τώρα κάπου ἐδὼ τρογύρου γιὰ νὰ τὴν ἀρπάξει, ἄν μπορέσει, τὴν ἁμαρτωλὴ ψυχή!… Φτού του, φτού του!… Κ' ἐσὺ τόνε κράζεις; Μὰ δὲν ξέρεις τὶ χάρη τοὔκαε!… Φτού του, φτού του!
Τὰ μάτια τῆς ἑτοιμοθάνατης ἐθόλωσαν.
−Καραβέλα! ξανᾶπε μὲ σβησμένη πνοή.
Αὐτὸς ξαναθύμωσε, ἔτριξε τὰ δόντια, ἐσήκωσε τὸ χέρι του γιὰ νὰ τὴ χτυπήσει, μά, μετανοιώνοντας ὁλομεμιάς, ἔτρεξε κι' ἄνοιξε τὴν πόρτα σὰ νἄθελε νὰ φύγει.
−Ἐκεῖ ποῦ θὰ πᾶς, εἶπε, δὲν ξέρω ποῦ, πὲς τοῦ πατέρα σου, πὲς τῆς μάννας σου ποῦ ἀκόμα ὡς τὰ σήμερα τοὺς ἀναθεματίζω!…
Κ' ἐκίνησε γιὰ νὰ φύγει.
−Ποῦ πᾶς; τοὗπε ἡ ἀδερφή του κατεβαίνοντας ἀπὸ τὸ κρεββάτι καὶ πιάνοντάς τον ἀπὸ τὸν ὦμο· μοναχή μου ἐδὼ δὲ μένω, γιατὶ σκιάζομαι!… Μά, καημένε Θωμᾶ, γιατὶ τήνε ξεσυνερίζεσαι; οὔτε ξέρει πλιὰ τὶ λέει, οὔτε σ' ἀκούει πλιά!…
−Ἀὰχ! ἔκαμε ὁ Θωμᾶς σφίγγοντας τὰ δόντια του.
−Καραβέλα! ξαναψιθύρισε ἡ ἄρρωστη ἀπὸ τὸ κρεββάτι.
Ἡ ἄλλη γριὰ τῆς ἔφραξε τὸ στόμα.
−Ἀνάθεμά σε, ἀνάθεμά τὸν πατέρα σου ἀνάθεμά τὴ μάννα σου, ἐτραγούδησε ὁ Καραβέλας, σηκώνοντας τὴ φωνὴ σὰ νἄψαλλε, καὶ χτυπῶντας μὲ τὸ πόδι του τὸ ρυθμό. Ἀνάθεμά σε!
Κ' ἔμεινε ὀρθὸς στὴν πόρτα του, κοιτάζοντας ἕνα ἕνα τἀστέρια. Ἔβλεπε λίγα μονάχα, σ' ἕνα μικρὸ κομμάτι τοὐρανοῦ, γιατὶ τὸ πλάϊ τῆς ράχης, μὲ τὰ ψηλὰ μαῦρα κυπαρίσσια καὶ τἄλλα τὰ δέντρα, ποῦ αὐτὴν τὴν ὥρα ἐφαινόνταν χαμηλωμένα, σὰ σκοταδερὲς μάζες μέσα στὸ διάχυτο φῶς τῆς ἀστροφεγγιᾶς, τοὔκρυβε τὸ περσότερο μέρος. Ἔμεινε ἔτσι καμπόση ὥρα. Μέσα στὸ σπίτι τώρα κανένας πλιὰ δὲν ἐμιλοῦσε. Ἀφοκράστηκε κι' ἀνάμεινε, περιμένοντας ν' ἀκούσει ἀπὸ τὸ στόμα τῆς ἀδερφῆς του τὸ τέλος. Ἀνάμεινε ἀκόμα, καὶ στὸ ὕστερο εἶπε ἀνυπόμονος:
−Ἀπέθανε;
−Ἀκόμα, ἀπάντησε ἡ ἄλλη· δὲ θ' ἀργήσει πολύ!
−Τί ὥρα νἆναι; ἐρώτησε τὸν ἑαυτό του στενοχωρημένος, κ' ἐξανακοίταξε τἄστρα… Ὥς κ' οἱ πετεινοὶ σφάλλουνε! ἐμουρμούρισε.. Κάποτες λαλοῦνε τρεῖς ὧρες πρὶν φέξει!
Τἀστέρια πὤβλεπε δὲν τὰ γνώριζε· καὶ τἄλλα δὲν ἐφαινόνταν. Μὰ ὁλομεμιὰς εἶχε ἡσυχάσει κι' ἀνάπνεε μ' ὅλη του τὴ δύναμη τὸν ψυχρὸ καθαρὸν ἀέρα τῆς νύχτας. Ἀπὸ τὲς σοῦδες ἔκραζαν χιλιάδες βατράχοι, ὅλοι μὲ μία φωνή, ἀφίνοντας κάθε τόσο στιγμὲς χωρὶς κανένα κρἄξιμο· πάνου στὰ δέντρα ἐτρίλλιζαν οἱ γρύλλοι.
−Τί ὥρα νἆναι; ξανᾶπε σκεφτικός. −Κ' ἐθύμωσε ἄξαφνα, γιατὶ δὲν μποροῦσε νὰ καταλάβει. Κ' εἶπε πειραγμένος: −Οἱ ἐλιὲς τοῦ κόσμου, οἱ ἄκλερες, καὶ τὰ περιβόλια τοῦ ἀρχόντου, ἀνάθεμα τὸν πατέρα του, μᾶς κρύβουνε ὥς καὶ τἄστρα! −Μὰ ἐμετάνοιωσε ἄξαφνα γιὰ τὴν κατάρα καὶ ξανᾶπε σὲ μία στιγμή: −Γιατὶ τὸν ἀναθεμάτισα; τούτην τὴν ὥρα, τὸν καλὸ τὸν ἄνθρωπο; −Κ' ἐθυμήθηκε τὸ γέρον ἄρχοντα, μὲ τὴν ὄμορφη κ' εὐγενικιὰ θωριά του, μὲ τὰ κάτασπρα γένεια του, μὲ τοὺς γλυκούς του τρόπους, μὲ τὸ ἀγαθὸ χαμόγελο καὶ τὴν ἀγαθή, συμπονετικὴ ματιά του.
−Τέτοια ὥρα! ξανᾶπε μὲ τὸ νοῦ του σὲ λίγο ἡ Ἀγγέλω θὰ τὸν ἀπαντήσει στὸν ἄλλον κόσμο, κι', ἄν μ' ἄκουσε, θὰ τοῦ τὸ πεῖ!… Μὰ ἐκεῖ, παναπεῖ, αὐτὴ θἆναι κυρά κι' ὁ ἄρχοντας δοῦλος! Ἔτσι λέει τὸ Βαγγέλιο!
Καὶ βγῆκε ὄξω, κ' ἔκαμε τὸ γύρο τοῦ σπιτιοῦ, κ' ἐσταμάτησε στὸν κῆπο του γιὰ νὰ ἰδεῖ στὴν Ἀνατολὴ ἄν ἔβγαινε ὁ Αὐγερινός, καὶ πασκίζοντας ἀπὸ ἄλλους ἀστερισμοὺς νὰ μαντέψει τὴ θέση τῆς Πούλιας, γιατὶ τὰ γέρικα μάτια του δὲν ἔβλεπαν πλιὰ τὰ μικρὰ της ἀστέρια.
−Εἶναι, εἶπε τέλος, ξαναμπαίνοντας στὸ σπίτι, τρεῖς ὧρες νὰ φέξει!… Τρεῖς ὧρες ἀκόμα!…
Ἐκοίταξε ὁλόγυρά του. Ἡ ἄρρωστη ἀνάπνεε ἀκόμη ξαπλωμένη στὸ κρεββάτι. Ἡ ἀδερφή του εἶχε ξανακαθίσει σιμὰ στὴ γωνιά, κ' ἔπαιρνε πάλι κάποιον ὕπνο. Αὐτὸς ἔβγαλε ἀπὸ τὸ ζωνάρι του μερικὰ φύλλα καπνοῦ τυλιγμένα κ' ἕνα μικρὸ μαχαῖρι, ἐκάθησε στοῦ στρίποδου τὴν ἄκρη, ποῦ ἔξεχε ἀπὸ τὸ κρεββάτι, ἔσπρωξε μὲ τὸ κορμί του τὸ στρῶμα τόσο ποῦ ἐφάνηκε μιὰ σανίδα, ἐπλάκωσε μὲ τὰ τρία δάχτυλα τοῦ ζερβιοῦ χεριοῦ του τὸν καπνό, καὶ μὲ τὸ δεξί του χέρι ἐβάλθηκε νὰ τὸν κόφτει ψιλὰ ψιλά, στὸ κόκκινο φῶς τοῦ λυχναριοῦ. Κι' ὅταν ἐτέλειωσε, τὸν ἔμασε μ' ἐπιμέλεια σὲ μία του φοῦχτα καὶ τὸν ἔβαλε στὴ μεγάλη τσέπη τῆς γιακέτας του. Ἔπειτα ἔβγαλε ἀπὸ τὴν ἴδιαν τσέπη ἕνα κομμάτι σιγαρόχαρτο, καὶ μὲ τὰ τρίμματα, ποὖχαν ἀπομείνει ἀπάνου στὸ σανίδι, ἔφτιασε ἕνα χοντρὸ καμπούρικο σιγάρο, ποῦ τὄβαλε στὸ στόμα κ' ἐσηκώθηκε καὶ τἄναψε στὴ φλόγα τοῦ λυχναριοῦ. Ἐτράβηξε τέλος δύο τρεῖς ρουφηξιές, ἐκοίταξε πάλι τὴν ἄρρωστη, κ' ἦρθε κι' αὐτὸς κ' ἐκάθησε στὴ γωνιά, ξάγναντα στὴν ἀδερφή του, κι' ἀκουμπῶντας στὸ χέρι τὸ κεφάλι του, ἐκάπνιζε.
Κι' ὥς τόσο ἡ ἑτοιμοθάνατη ἔλεγε τώρα πάλι λόγια δικά της. Ἐμιλοῦσε μὲ τὸν πατέρα της, μὲ τὴ μάννα της, μὲ τὰ πεθαμένα της τἀδέρφια. Ἔλεγε πῶς ἦταν ἀκόμη παιδάκι, ἔκραζε τἄλογό τους, ποῦ εἶχε ψοφήσει εἴκοσι χρόνους πίσω, καὶ κάθε τόσο ἐβογγοῦσε καὶ κάθε τόσο ἔκλαιγε. Κι' αὐτὸς τὴν ἄκουε ἀδιάφορος.
Τώρα εἶχε ἀνοίξει τὸ μάτι της κ' ἔλεγε πάλι:
−Ἕνα ἀστέρι! ὤ ἕνα ἀστέρι!… Λάμπει ἀπὸ ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ κεραμίδια… Ἐδῶ βέβαια τὸ σπίτι θὰ στάζει… Εἶναι καρφωμένο στὸν οὐρανό, μὰ ἐγὼ τὸ βλέπω… καὶ δὲν προβατεῖ … στέκεται ἀσάλευτο… Γιατὶ δὲν προβατεῖ καὶ κεῖνο; −Μάννα, ποῦ εἶσαι;… γιατὶ γιατὶ, μάννα, σ' ἔδιωξε ὁ Θωμᾶς; γιὰ νὰ μὴ μ' ἀλλάξεις οὔτε σύ, καὶ νὰ μὲ φᾶνε ζωντανὴ τὰ σκουλήκια, πρὶν κατεβῶ στὸν τάφο… Εἶμαι μικρὴ κοπέλλα ἀκόμα… μικρὴ ἡ καημένη· πῶς νὰ τοῦ φύγω ἀπὸ τούτη τὴ φυλακή;… Γιατὶ πετοῦνε ἐδὼ γύρω στὸ φῶς τοῦ καντηλιοῦ τόσες λευτερίδες;… θέλουνε νὰ τὸ σβήσουνε, καὶ θὰ τὸ σβήσουνε, πάει!… Μὰ στὴ φλόγα καῖνε τὰ φτερά τους!… Ὤ πόσες μαῦρες ἀράχνες εδὼ μέσα· μοῦ δαγκάνουνε τὰ μάτια· ὤ πῶς τὲς φοβοῦμαι! ὤ, ὤ! −Μοῦ φεύγει τὸ κεφάλι,… θὰ μοῦ τὸ πάρεις καὶ θὰ τὸ κυλήσεις ἀπὸ τὴν κορφὴ τῆς ράχης ὥς τὴν ἀμμουδιά ἔ; Ἄσπλαχνε Χάρε!… Δὲν εἶναι κανένας κοντά μου; Ὤ. ὤ!…
Κ' ἡ κόκκινη φλόγα τοῦ λυχναριοῦ ἀνεβοκατέβαινε κ' ἐκάπνιζε, κ' ἔρριχνε τὸ τσιμπλιασμένο φυτίλι κάθε τόσο μικρὲς σπιθοῦλες καὶ κάθε τόσο ἐχαμήλωνε τὸ φῶς. Μία χοντρὴ καύτρα, σὰν ἀναμμένο κόκκινο κάρβουνο, εἶχε σταθεῖ πάνω στὸ φυτίλι, κ' ἔκανε λιγώτερο λαμπρὴ τῆς φλόγας τὴ λάμψη. Καὶ κάθε φορὰ ποῦ τὸ φως ἐψήλαινε, κατέβαινε ἔπειτα περισσότερο, σὰ νἄθελε μονομιὰς νὰ σβήσει, κι' ἀνέβαινε πάλι σὰ νὰ μὴν ἤθελε οὔτε κεῖνο νὰ πεθάνει. Κι' ὁ Θωμᾶς, ποῦ ἐκάπνιζε πάντα τὸ τσιγάρο του, ὅλο ἀποφάσιζε νὰ σηκωθεῖ νὰ ξεφυτιλήσει τὸ λυχνάρι καὶ νὰ τοῦ δώσει λίγο λάδι, κι' ὅλο ἀνάβαλλε τὴ στιγμή, κρίνοντας πῶς τὸ φῶς του ἠμποροῦσε ἀκόμα νὰ βαστάξει λίγη ὥρα, καὶ σὰ νὰ ἐφοβότουν μήπως μ' αὐτὸ τὸ λάδι ἐμάκραινε καὶ τὴ ζωὴ τῆς ἑτοιμοθάνατης· καὶ τὰ μάτια του ὥς τόσο ἦταν βαρειὰ ἀπὸ τὸν ὕπνο, κ' ἐκλειοῦσαν γλυκὰ ἀνάμεσα σὲ μία τραβηξιὰ καὶ σὲ μίαν ἄλλη.
Καὶ ἡ ἑτοιμοθάνατη ἐσώπαινε καμπόσες στιγμὲς καὶ ξανάρχιζε· καὶ τὸ φῶς ὅλο ἀνεβοκατέβαινε· κ' εἶχε γίνει τώρα σὰν ἕνας μικρὸς σκοτεινὸς ἀέρας γύρο στὸ καρβουνιασμένο φυτίλι, καὶ τέλος δὲν ἔπαιζε πλιά, πάρεξ ἦταν παρέτοιμο νὰ χωνέψει, δίπλα σ' ἐκείνη τὴ ζωὴ ποῦ μαζῆ του ἐσβηνότουν. Καὶ τὸ τσιγάρο ἔπεσε ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Θωμᾶ, καὶ τὸ κεφάλι του ἀκούμπησε στὸν τοῖχο. Ἀποκοιμήθηκε βαρειὰ κ' ἐρουχάλιζε…
Τὸν ξύπνησε ἡ αδερφή του, ποῦ τὸν ἐσκούντησε δυνατά. Μέσα στὸ σπίτι ἦταν σκοτάδι ἄφεγγο, καὶ μόνο κάποια χαραμάδα δειλὰ δειλὰ ἐφώτιζε.
−Δὲν ἀκούεται, τοὖπε· θἄχει πεθάνει!
−Χαράζει! εἶπε ὁ Θωμᾶς κοιτάζοντας τὴ στέγη· γλυκοχαράζει!
Κ' ἐσηκώθηκε ὀρθὸς μὲς στὸ σκοτάδι, ἐτανίστηκε κ' ἐχασμουρήθηκε δυνατά.
−Κάμε φῶς! τοῦ ξανᾶπε ἡ ἀδερφή του.
Αυτὸς δὲν ἀπάντησε, καὶ νυσταγμένος ἀκόμα ἐπῆγε κι' ἄνοιξε τὸ παράθυρο. Ἡ ἀνατολὴ γλυκόφεγγε πάνου ἀπὸ τὰ σκοτεινὰ βουνὰ, ποῦ ἔκρυβαν τὰ οὐρανοθέμελα. Κάποιο σύγνεφο στὸν οὐρανὸ ἐρόδιζε ὠχρὰ ὠχρά. Στὰ δέντρα ἄρχιζα νὰ λαλοῦν κάποια πουλιά. Τὰ ὀρνίθια τοῦ χωριοῦ ἐκοκόριζαν πάλι ἀπὸ γειτονιὰ σὲ γειτονιά. Ἐδῶ κ' ἐκεῖ πατήματα ἀκουόνταν στοῦ χωριοῦ τὸ δρόμο. Στὴ γειτονιά τους κάποια πόρτα ἄνοιγε· κάποιος γείτονας ἔβηχε· σὲ κάποιο σπίτι ἐκουβέντιαζαν κιόλας.
Μέσα στὸ σπίτι ὅμως ἐμπῆκε φῶς πολὺ λίγο. Τὸ μικρὸ παράθυρο μόνο ἐσκεδιάστηκε τετράγωνο στὴ μαυρίλα τοῦ σκοταδιοῦ καὶ δὲν ἐξεχωριζότουν τίποτα, οὔτε ἄνθρωπος, ἄν περπατοῦσε. Κ' ἡ ἀδερφὴ τοῦ Θωμᾶ εἶχε σιμώσει ὡστόσο τὸ κρεββάτι, καὶ ψαχουλευτὰ ἔπιασε τὸ χέρι τῆς Ἀγγέλως, κ' εἶπε ἀναστενάζοντας:
−Ἔχει κρυώσει! ὁ Θεὸς σχωρέστ' τηνε! ἀπέθανε!
Καὶ σὲ μιὰ στιγμὴ ξανᾶπε:
−Κάμε φῶς! Ἐγὼ πάω νὰ κράξω τὴ σαβανώτρα γιὰ νὰ τὴ ντύσουμε· δὲ μπορῶ μοναχή μου!
Κ' εὕρηκε τὴν πόρτα κ' ἦταν ἕτοιμη νὰ βγεῖ ὄξω. Μὰ ἐσταμάτησε μία στιγμὴ καὶ τοῦ ξανᾶπε μιλῶντας σιγὰ σιγὰ, σὰ γιὰ νὰ μὴν τὴν ἀκούσουν:
−Ὡστόσο ὅ,τι ἔχεις νὰ κρύψεις, κρύψε το. Νά, ξημερώνει. Καὶ σὲ λίγο θἆναι δὼ οἱ κληρονόμοι της, κι' ὅ,τι ἤτανε δικό της θὰ τὸ πάρουνε… Μὰ γιατὶ νὰ τὸ πάρουνε ἐκεῖνοι, χωρὶς νὰ κοπιάσουνε, χωρὶς νὰ τὴ βοηθήσουνε οὔτε καὶ στὰ τελευταῖα;…
−Μὴν ἔχεις ἔγνοια, τῆς ἀπάντησε βρίσκοντας στὸν τοῖχο τὸ λυχνάρι, καὶ ξεκρεμῶντας το· ἡ συχωρεμένη μοὔκαμε γράμματα στὸ νοδάρο· κ' ἔτσι δὲν παίρνει κανένας τίποτα.
Κι' ὡστόσο εἶχε βάλει λάδι στὸ στεγνὸ λυχνάρι, κ' εἶχε γύρει τὲς πλάτες στὸ λείψανο γιὰ νὰ μὴν τὸ ἰδεῖ μονομιὰς, ὅταν θὰ πρωτάναβε τὸ φῶς, κ' ἔτριψε ἕνα σπίρτο στὸ κουτί του.
−Κανένας τίποτα, ξανᾶπε πονηρά, βάζοντας στὸ νοῦ του πῶς κ' ἡ ἀδερφή του τὸν ὁρμήνευε γιὰ νὰ πάρει τῆς γριᾶς του τὰ ροῦχα γιὰ τὲς θυγατέρες της.
Κι' ὡστόσο τὸ φῶς εἶχε ἀναλάμψει καθάριο τώρα. Ὅλα ἦταν ὅπως πρὶν στὴ θέση τους, μόνο ἀπὸ τὸ κρεββάτι δὲν ἔβγαινε πλιὰ κανένας βόγγος, κανένα μουρμούρισμα.
Ἡ γυναῖκα ἔφυγε, κι' ὁ Καραβέλας ἐκουνοῦσε κατόπι της τὸ κεφάλι. Κι' ἔπειτα, ἀποφεύγοντας ἀκόμη νὰ τηράξει τὸ λείψανο ποῦ ἦταν τόσο σιμά του, ἦρθε στὸ παράθυρο, ἔστριψε πάλι ἕνα χοντρὸ καμπούρικο τσιγάρο, κ' ἔσκυψε ὄξω, πιθώνοντας τὸ κορμί του στοὺς ἀγκῶνες του. Δὲν αἰστανότουν οὔτε λύπη, οὔτε στενοχώρια, μὰ οὔτε καὶ χαρὰ γιὰ τὸ θάνατο τῆς Ἀγγέλως του.
Ἦξερε μόνο πῶς αὐτὸς ὁ θάνατος θἆταν ἡ αἰτία ποῦ θἄλλαζε τέλεια τὴ ζωή του. Θὰ καλυτέρευε, θὰ χειροτέρευε; Ποιὸς τὄξερε; Τὸ βέβαιο ἦταν πῶς ἡ ἀρρώστεια τῆς γρηᾶς εἶχε σταθεῖ μακρυνή, πολὺ μακρυνὴ μάλιστα γιὰ τὸ μικρό τους τὸ σπίτι κι' ἀφοῦ ἔπρεπε νὰ τελειώσει μὲ θάνατο. Τώρα ὥς κι' αὐτὴ εἶχε λυτρωθεῖ, κι' ὁ ἴδιος εἶχε λευτερωθεῖ. Εἶχαν βασανιστεῖ κ' οἱ δύο τους. Ἔτσι ἐσκεφτότουν, κι' ὡς τόσο δὲν τολμοῦσε νὰ κοιτάξει ἀκόμα τὸ λείψανο, παρὰ τὸ φανταζότουν μὲ κάποιον ἀόριστο φόβο ξαπλωμένο στὸ κρεββάτι, μὲ μισοανοιγμένα μάτια, μὲ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα, ξεχτένιστο, σ' ὅλη του τὴ γεροντικὴ ἀσκημάδα.
Ὄξω τώρα ὅλη ἡ Ἀνατολὴ εἶχε ἀσπρίσει. Χιλιάδες τὰ πουλιὰ ἐκελαδοῦσαν ἀπάνου σ' ὅλα τὰ κλαριά. Τὸ χωριὸ εἶχε ξυπνήσει. Παράθυρα καὶ πόρτες ἀνοίγονταν κάθε στιγμή. Ἀκουόνταν φωνὲς ἀνθρώπων, γυναικῶνε ποῦ ἔκραζαν τὰ ὀρνίθια τους νὰ τὰ ταγίσουν, ποῦ ἐμαύλιζαν τ' ἀρνιά τους, ποῦ ἐμάλωναν τὰ παιδιά τους· ἀντρῶνε ποῦ ἐκεντοῦσαν στὸ δρόμο τἄλογα, ποῦ ἐγελοῦσαν στοῦ χωριοῦ τὰ μαγαζιά· παιδιῶνε ποῦ ἔκλαιγαν. Ἤτανε τέλος πάντων μέρα. Καὶ ὁ ἥλιος σὲ λίγο θἄβγαινε. Κι' ὁ Καραβέλας δὲν ἐφοβότουν τώρα πλιὰ μὴν τὸν ζύγωνε πισώπλατα τὸ φάντασμα τῆς γυναικός του, μὰ, χωρὶς νὰ τὸ θέλει, ἐσυλλογιζότουν ἀκόμα τὴν περασμένη ζωή τους, μία ὁλάκαιρη ζωή!… Καὶ τώρα αὐτὴ ἦταν στὸν ἄλλον κόσμο, σ' ἕναν κόσμο καλύτερον βέβαια ἀπὸ τοῦτον, μὰ τὸν κόσμο αὐτὸν ὁ ἴδιος δὲν ἤθελε νὰ τόνε γνωρίσει ἀκόμα, κ' ἐπροτιμοῦσε νὰ μὴν τὸν γνωρίσει ποτέ, ἀλά, ὅταν τέλος θὰ τὸν ἔβλεπε καὶ θ' ἀντάμωνε ἐκεῖ τὴν πεθαμένη γυναῖκα του, αὐτὴ ἄλλη γνώρα δὲ θὰ τοὔδινε παρὰ ἕνα χαιρέτιο: «Κάπου μ' εἶδες, κάπου σ' εἶδα!»
Γιὰ τὴν ὥρα ὅμως ἤτανε ξαπλωμένη, νεκρή, στὸ κρεββάτι τους. Ποῦ θὰ κοιμότουν αὐτὸς τὸ βράδυ, μέσα σ' ἐκεῖνο τὸ ἴδιο σπίτι, ὅπου εἶχε ξεψυχήσει; Κι' ἀκόμη δὲν τὴν εἶχε κοιτάξει. Ὤ, θὰ τὴν ἔβλεπε· πῶς δὲ θὰ την ἔβλεπε; Εἶχε τὴν ὥρα του. Ἄς ἔβγαινε πρῶτα ὁ ἥλιος.
Ἄξαφνα ὁ γάϊδαρός τους ἐγγάριξε στὸν κῆπο. «Τὸ δύστυχο τὸ ζῶ» εἶπε μὲ τὸ νοῦ του, «ἄ δὲν τοῦ ρίξω λίγο χόρτο, θὰ μείνει δεμένο νηστικὸ ὅλη μέρα!» Κ' ἐλησμόνησε τότες κάθε ἄλλη του σκέψη κ' ἐγύρισε ἄξαφνα γιὰ νὰ βγεῖ ἀπὸ τὴν πόρτα· καὶ τότες πρωτόπεσαν ἀθέλητα τὰ μάτια του ἀπάνου στὸ λείψανο. Ἤτανε ἄσκημο, ὅσο τὸ φανταζότουν, κι' ἀσκημότερο ἀκόμη. Ἡ γριά του εἶχε ξεψυχήσει μ' ἀναγυρμένο τὸ κεφάλι, στραμμένη πρὸς τὸν τοῖχο· καὶ τὸ στόμα της εἶχε ζαβώσει, εἶχε ἀνοίξει κ' εἶχε βαθουλώσει κ' εἶχε ἀκόμη ἀνοιχτὰ τὰ γυάλινα μάτια της· τὸ πρόσωπό της ἦταν μαῦρο καὶ τὰ πιθέματά της μολογοῦσαν τὴν τρομερὴ ἀγωνία.
−Ἄχ! ἀναστέναξε ὁ Θωμᾶς, κ' ἐσταυροκοπήθηκε, κ' ἔσκυψε καὶ τῆς ἐφίλησε τὸ ἄσαρκο κίτρινο μέτωπο.
Κ' ἔπειτα τῆς ἐσκέπασε τὸ πρόσωπο μὲ τὴ δίπλα τοῦ λεροῦ σεντονιοῦ, κ' ἐβάδισε πρὸς τὴν πόρτα. Ὅταν ἄξαφνα ἐσυλλογίστηκε πῶς ἡ ἀδερφή του μὲ τὴ σαβανώτρα θ' ἄνοιγαν τὴν κασέλα, γιατὶ ἔπρεπε νὰ ντύσουν τὸ λείψανο, καὶ θὰ μποροῦσαν αὐτὲς νὰ κλέψουν ὅ,τι ἤθελαν ἀπὸ τὰ προικιά της. Κ' ἔτσι ξανᾶρθε πάλι στὸ κρεββάτι ἔβαλε τὰ χέρια του κάτου ἀπὸ τὰ σκεπάσματα, ἐπῆρε ἀπὸ τὴ ζώνη τῆς πεθαμένης τὰ κλειδιά, ἐπῆγε κι' ἄνοιξε ὁ ἴδιος τὴν κασέλα, ἐδιάλεξε ἀνάμεσα στὰ στιβασμένα φορέματα τ' ἀσπρόρουχα ποῦ ἔπρεπε νὰ τῆς φορέσουν, ξανακλείδωσε τέλος, ἔβαλε τὰ κλειδιὰ στὴν τσέπη του, ἐκοίταξε παντοῦ μὴν ἦταν τίποτα παραιτημένο, ἐφύλαξε στοῦ τραπεζιοῦ τὸ συρτάρι τὸ ξύλινο κουτάλι καὶ δύο χοντρὰ πιάτα, ἔβαλε στὸ ράφι τὸ γυάλινο ποτήρι, ἔχυσε ἀπὸ τὸ παράθυρο τὸ τελευταῖο γιατρικό, ξανάβαλε τὸ φλασκὶ στὸ ράφι, κ' ἐβγῆκε γιὰ νὰ ταγίσει τὸ ζῶ του.
Μὰ ἐγύρισε ὀπίσω ἀμέσως μὲ τὴν ἀδερφή του καὶ τὴ σαβανώτρα, μίαν ἄλλη γριά, δυνατὴ γυναῖκα κι' ἄσκημη στὸ πρόσωπο, κ' ἐστάθηκε στὴν πόρτα. Οἱ δύο γριὲς ἄρχισαν ἀμέσως τὸ ἄχαρο ἔργο τους. Ἀνασήκωσαν τὴν πεθαμένη, καὶ μία ἀηδιαστικὴ ὀσμὴ ἐχύθηκε σ' ὅλο τὸ σπίτι, τόσο ἄσκημη ποῦ κ' οἱ τρεῖς τους ἀθέλητα ἐσφάλισαν τὴ μύτη τους.
Ἔπειτα οἱ γυναῖκες ἄρχισν νὰ τὴ γδύνουν. Καὶ σὲ κάθε κίνημά τους τὸ νεκρὸ κεφάλι ἔγερνε ἀπὸ τὴ μία μεριά, ἔπεφτε στὴν ἄλλη, ἔσκυφτε ἐμπρὸς ἤ ἀναποδογερνότουν, καὶ ἀπὸ τὸ πεθαμένο στῆθος ἔβγαινε κάποτε ἕνας βόγγος. Ἄξαφνα οἱ δύο γυναῖκες τὴν ἄφισαν νὰ πέσει κ' ἐτράβηξαν μὲ τὰ δύο χέρια τους τὰ μάγουλά τους.
−Ὤ, ὤ, δυστυχία της! εἶπαν.
−Γιατί; εἶπε ὁ Θωμᾶς.
−Ὤ, ὤ Θωμᾶ! εἶπε ἡ σαβανώτρα· τὴν ἄφηκες καὶ τὴν ἔφαγαν ζωντανὴ τὰ σκουλήκια!
−Ἐγώ; εἶπε ὁ Θωμᾶς.
−Γι' αὐτὸ ἐμύριζε! εἶπε ἀναστενάζοντας ἡ ἀδερφή του.
Ὁ Θωμᾶς ἔφτυσε κατὰ γῆς κ' ἐβγῆκε ὄξω ἀηδιασμένος γιὰ νὰ ταγίσει τὸ ζῶ του. Κ' ἔμεινε πολληώρα στὸν κῆπο του. Κι' ὅταν τέλος ξανᾶρθε μέσα, τὸ λείψανο ἦταν συγυρισμένο, ξαπλωμένο ἀπάνου σ' ἕνα κάτασπρο σεντόνι, καλοχτενισμένο, ντυμένο ὅλο στ' ἄσπρα. Πάνου στὸ σεντόνι καὶ στὰ φορέματα ἦταν σκορπισμένα λεμονόφυλλα καὶ φύλλα ἀπὸ ἕνα ἄλλο βότανο ποῦ ἐμύριζε σὰ ρόδο. Κι' αὐτὴν τὴ στιγμὴ ἡ σαβανώτρα ἔσκυψε στ' αὐτὶ τῆς πεθαμένης, καὶ χαμηλόφωνα τῆς εἶπε τρεῖς φορές:
−Βάστα, Ἀγγέλω, τὸ λαό σου, μὴ ντροπιάσεις τὴ γενιά σου!
−Τί τσῆ λέει; ἐρώτησε ὁ Θωμᾶς τὴν ἀδερφή του.
−Τὴν ξορκάει, τοῦ ἀποκρίθηκε, γιὰ νὰ μὴν τῆς σπάσει ἡ ψειροθήκη.